εὐγεφύρωτος

εὐγεφύρωτος [], ον,
A easy to bridge over,

τόπος Plb.3.66.5

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευγεφύρωτος — εὐγεφύρωτος, ον (Α) αυτός που γεφυρώνεται εύκολα, στον οποίο είναι εύκολη η τοποθέτηση γέφυρας («εὐγεφύρωτος τόπος») …   Dictionary of Greek

  • εὐγεφύρωτον — εὐγεφύρωτος easy to bridge over masc/fem acc sg εὐγεφύρωτος easy to bridge over neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.